Visages de la Guerre

 
 
     

Communauté Hellénique
de Paris et des Environs

Tel : 01 47 04 67 89

 

Ελληνική Κοινότητα
Παρισιού και Περιχώρων

Τηλ : 00 331 47 04 67 89

 

La Communauté Hellénique de Paris et des environs
 

 

 

 

Η Ελληνική Κοινότητα Παρισιού και περιχώρων έχει τη χαρά να συμμετέχει στην διοργάνωση της παρουσίασης της Εκθεσης που ετοίμασε η Γενική γραμματεία Τύπου και Ενημέρωσης με τίτλο Πρόσωπα του Πολέμου. Από την Κατοχή στην Απελευθέρωση.

Η Γενική γραμματεία διαθέτει Γραφεία Τύπου στο εξωτερικό με σκοπό τη προβολή της Ελλάδας στα διεθνή μέσα. Για το πετύχει αυτό συνεργάζεται όπου μπορεί με τις ομογενειακές οργανώσεις.

Κάθε φορά που παίρνω το λόγο, με ακούτε να επαναλαμβάνω το ότι η Ελληνική Κοινότητα στο Παρίσι ως ομογενειακή οργάνωση εχει σκοπό την προώθηση του Ελληνισμού και της Ελληνικής γλώσσας στη Γαλλία. Το επαναλαμβάνω για μια ακόμη φορά επειδή ακριβώς για την εκπλήρωση του στόχου αυτού για τον οποίο, εγώ και το Διοικητικό Συμβούλιο εργαζόμαστε ασταμάτητα, απαραίτητη προυπόθεση είναι η στήριξη τόσο της Ελλάδας, όσο και αυτή των μελών της Ελληνικής Παροικίας.

Εκδηλώσεις όπως η σημερινή, κατα τις οποίες μας ανατίθεται ένας ρόλος στην γνωριμία του Ευρωπαϊκού κόσμου με την Ελληνική Ιστορία, είναι από τις ωραιότερες στιγμές της Κοινότητας μας και μας κάνουν υπερήφανους.

Θα ήθελα να προσθέσω την άριστη συνεργασία με το Γραφείο Τύπου της Γενικής Γραμματείας στο Παρίσι, δηλαδή με την κα Ντίνα Πανέτη, με την οποία έχουμε ήδη κάνει και άλλες εκδηλώσεις που είχαν μεγάλη ανταπόκριση στο Ελληνικό και φιλελληνικό κοινό του Παρισιού. Αναφέρομαι στη εκπληκτική συνεργασία για την παρουσίαση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη : Ακρα Ταπείνωση.

Θέλω επίσης να ευχαριστήσω και την Κυρία Σχοινα από το Γραφείο Τύπου της Πρεσβείας, που είναι πάντα πρόθυμη και πάντα διαθέσιμη. Σήμερα της οφείλουμε την επιμέλεια της Γαλλικής μετάφρασης της ομιλίας της Νίκης Παπαηλιάκη που κυκλοφορεί για το γαλλόφωνο κοινό.

Θα δώσω το λόγο στην Ντίνα Πανέτη και στη συνέχεια στην κα Βάλια Καιμάκη που εκπροσωπεί την Γενική Γραμματεία Τύπου στην εκδήλωσή μας και στη συνέχεια στην γραμματέα της Κοινότητας, Νικη Παπαηλιάκη που θα σας παρουσίασει με περισσότερες λεπτομέρειες την Εκθεση.

Ευχαριστώ πολύ επίσης και για τη βοήθειά του στο στήσιμο της έκθεσης, χθες, τον κ. Ιάκωβο Γαλανόπουλο.

Theodoridis Seta

 

 

-  

Πρόσωπα του πολέμου / Tο Πρόσωπο του Πολέμου

 

Την Έκθεση Πρόσωπα του πολέμου που εγκαινιάζουμε σήμερα έχει οργανώσει η Γενική Γραμματεία Ενημέρωσης και Επικοινωνίας, Δημόσια Υπηρεσία που υπάγεται στο Υπουργείο Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης. Η Υπηρεσία διαθέτει Εντυπο αρχείο Εφημερίδων (από το 1902 και μετά) από το οποίο έχει οργανώσει πρόσφατα την έκθεση Τα Μέσα αγιάζουν τον σκοπό. Προπαγάνδα και ενημέρωση κατά την περίοδο της Κατοχής, και Αρχείο φωτογραφικού υλικού στο οποίο βασίζεται αποκλειστικά η Έκθεση αυτή και την οποία έχει επιμεληθεί ο κύριος Στέλιος Κυμιωνής.

Οι επιλεγμένες από το συγκεκριμένο Αρχείο φωτογραφίες παρουσιάζονται σε πέντε ενότητες. Ο Πόλεμος, η Ελλάδα υπό κατοχή, η Αντίσταση, οι συνέπειες του Πολέμου, η Απελευθέρωση. 

 Οι φωτογραφίες συνοδεύονται από έναν πλούσιο σχολιασμό. Οι λεζάντες μπορούν να διαβαστούν ως μια συνεχής ιστορική αφήγηση. Η Έκθεση επομένως αποτελεί μια συνθετική μαρτυρία που υπερβαίνει τη μαρτυρία της κάθε φωτογραφίας που περιέχει.

Αλλά πρώτα από όλα, ας σταθούμε στον τίτλο, Πρόσωπα του Πολέμου. Οπως θα είδατε ή θα δείτε, οι περισσότερες φωτογραφίες είναι φωτογραφίες ανθρώπων απλών, άγνωστων σημαδεμένων από τον πόλεμο : στρατιώτες, παιδιά, γυναίκες, άντρες που οδηγούνται στο απόσπασμα. Η φωτογραφία αποτυπώνει στο πρόσωπο τον πόνο, την αντίσταση, τον αγώνα, όλο το συγκινησιακό απόθεμα που αποτελεί παρακαταθήκη των Ελλήνων από εκείνη την εποχή. Η φωτογραφία δεν απευθύνεται μόνο στο μυαλό. Μιλά μια διεθνή γλώσσα που είναι η γλώσσα της καρδιάς, γλώσσα του συναισθήματος, του πόνου, που παντού εκφράζονται με τις ίδιες εκφράσεις και τις ίδιες κινήσεις*. Μιλά στη ψυχή, είναι επομένως το καλύτερο μέσον για να δείξει το πραγματικό πρόσωπο του πολέμου. Ετσι η έκθεση αυτή που τιτλοφορείται Πρόσωπα του πολέμου θα μπορούσε να έχει και ως τίτλο Το Πρόσωπο του Πολέμου.

Για να μπορέσουμε ομως να εκτιμήσουμε την Έκθεση θα πρέπει να φύγουμε από τη σημερινή εποχή του εθισμού και της αδιαφορίας μπροστά και στις πιο φρικτές εικόνες, θα πρέπει να πάμε πίσω στα 1940. Επιπλέον για να αξιολογήσουμε την Έκθεση, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι η φωτογραφία μπορεί να είναι ένα ιστορικό τεκμήριο, να καταθέτει δηλαδή τη μνήμη, παραμένει όμως πάντα υποκειμενική. Ο φωτογράφος, για να φωτογραφήσει, πρέπει να εστιάσει και εστιάζω σημαίνει επιλέγω, άρα αποκλείω. Ετσι λοιπόν φτάνουμε στο ερώτημα. Ποιός είναι πίσω από το φακό ; Ποιοί είναι οι φωτογράφοι της έκθεσης ;

Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, η φωτογραφία, αποδείχτηκε ως ένα από τα καλύτερα μέσα καταγγελίας και εξελίχτηκε σε ένα πραγματικό όπλο εναντίον της γερμανικής προπαγάνδας. Οι Γερμανοί φωτογράφοι, της Propaganda Kompanien, P.K., εκπαιδευμένοι στην Σχολή του Πόστδαμ, δραστηριοποιούνταν σε όλα τα μέτωπα, με όπλο τη Λάικα και τέσερεις ή πέντε φακούς. Από πολύ νωρίς, πρίν ακόμη οργανωθούν οι αγγλικές υπηρεσίες, τα γερμανικά περιοδικά είχαν κατακλύσει τον κόσμο με τις φωτογραφίες τους. Η γερμανική λογοκρισία επέτρεπε μόνον φωτογραφίες που μαρτυρούσαν το υψηλό φρόνημα του στρατού των Ναζί και την υπεροχή των Γερμανών στις κατακτημένες χώρες. Ομως, παρά τις απαγορεύσεις, οι φωτογράφοι αυτοί θα επιδοθούν σε έναν ανελέητο ανταγωνισμό μεταξύ τους και θα ξεπεράσουν τους στόχους που τους είχαν ανατεθεί, δηλαδή την απόκρυψη της φρίκης του πολέμου και θα πραγματοποιήσουν τρομακτικά φωτογραφικά ρεπορτάζ. 

Την ίδια εποχή, για τους φωτογράφους και πολεμικούς ανταποκριτές που θέλουν να καταγγείλουν τον πόλεμο, η φωτογραφική μηχανή γίνεται το μοναδικό όπλο και η μοναδική προστασία τους. Μία από τις πρώτες φωτογράφους του Αουσβιτς περιγράφει τη μηχανή της ως ενα λεπτότατο φράγμα ανάμεσα σε εκείνην και στον αποτροπιασμό*. Και ο Tim Page θα πεί : Η φωτογραφική μηχανή ήταν ένα φίλτρο ενάντια στην παραφροσύνη του πολέμου και το μοναδικό μέσον για να κάνω το πορτραίτο της.

Δηλαδή, μερικές από τις φωτογραφίες που βλέπουμε εδώ τις οφείλουμε στους Γερμανούς αξιωματικούς φωτογράφους. Τελικά, η τεκμηρίωση της γερμανικής υπεροχής στους κατεχόμενους λαούς και η απόκρυψη των φρικαλεοτήτων του πολέμου αποδείχτηκαν στόχοι αντιφατικοί. Ιδιαίτερα τον πρώτο χρόνο του πολέμου έχουμε ένα σύνολο φωτογραφιών που αποτελούν εξαιρετικές μαρτυρίες της γερμανικής υπεροχής, δηλαδή της βαρβαρότητας των Ναζί. (Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να ερμηνευτεί το φωτογραφικό ρεπορτάζ της εκτέλεσης των ανδρών στο Κοντομαρί της Κρήτης στις 2 Ιουνίου 1941 από τον Γερμανό φωτογράφο που συνοδεύει το απόσπασμα. Πρόκειται για την πρώτη εκτέλεση αμάχων πανευρωπαϊκά. Αυτό  εξηγεί και την πληθώρα εικόνων. Μετά θα γίνουν ίσως πιό προσεκτικοί).

Πέρα από αυτό, ο απλός Γερμανός στρατιώτης είναι γενικά ένας πολύ παραγωγικός ερασιτέχνης φωτογράφος. Οι περισσότεροι έχουν φωτογραφικές μηχανές, φωτογραφίζουν συνέχεια και τα πάντα (δείτε εδώ τη φωτογραφία Γερμανών στο Λευκό Πύργο. Σε φωτογραφία που ανακαλύφτηκε πρόσφατα, Γερμανού φωτογράφου, ο οποίος απαθανατίζει το ολοκαύτωμα της Καντάνου στις 3 Ιουνίου 1941, βλέπουμε Γερμανούς στρατιώτες να φωτογραφίζουν την πυρπόληση των σπιτιών). Αυτό βέβαια σημαίνει ότι υπάρχουν ακόμη πολλές αδημοσίευτες φωτογραφίες, μαρτυρίες για τα εγκλήματα των Ναζί στην Ελλάδα.  

 Απέναντι στη γερμανική φωτογραφία, η φωτογραφία της αντίστασης, όπως πολύ σωστά το επισημαίνει εδώ η λεζάντα Το Μαύρο Λεύκωμα της Κατοχής : « Παρά την απαγόρευση φωτογράφησης, όταν η πείνα έπληξε την πρωτεύουσα, η ελληνίδα φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, επισκέπτεται τα νοσοκομεία και αποτυπώνει συγκλονιστικές μορφές των αποσκελετωμένων παιδιών και των ενηλίκων που λιμοκτονούν. Με τις φωτογραφίες αυτές, η Β. Παπαϊωάννου συνέθεσε ένα χειροποίητο λεύκωμα χωρίς λεζάντες το λεγόμενο Μαύρο Λεύκωμα, με σκοπό να γνωστοποιήσει στη διεθνή κοινή γνώμη το έγκλημα που επιτελέστηκε το χειμώνα του 41-42 στην Αθήνα ».

Η Έκθεση λοιπον παρουσιάζει φωτογραφίες και από τις δύο μεριές και αποτελεί μια σωστή πρόταση για τη χρήση του τεκμηρίου αυτού στην συνολική αναλυτική διερεύνηση του φαινομένου του πολέμου.

Είπαμε όμως ότι με την ιστορική αφήγηση που μπορούμε να ανασυνθέσουμε από τις λεζάντες, η Έκθεση είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο, επομένως φορέας ενός μηνύματος. Στο βαθμό μάλιστα που έχει οργανωθεί από μια κρατική υπηρεσία, εντάσσεται στο χώρο της δημόσιας ιστορίας, εφάπτεται της πολιτικής και απηχεί την εξέλιξη της ελληνικής ιστορικής έρευνας για την περίοδο από την Κατοχή στην Απελευθέρωση, δηλαδή για μια περίοδο που αποτελεί το σημείο εμπλοκής της ελληνικής ιστοριογραφίας, της ελληνικής πολιτικής και της τραυματισμένης ελληνικής μνήμης.

 Μέχρι το 1974, οι περισσότερες από τις ελληνικές ιστορικές μελέτες που έχουμε, δεν είναι γραμμένες από ιστορικούς, αλλά από ανθρώπους που είχαν βιώσει τον πόλεμο, βασισμένες στην εμπειρία και στη μνήμη και με διαφορετικές εκδοχές για το ίδιο γεγονός. Η ανάλυση της Αντίστασης και της Κατοχής καθοριζόταν από την γνώση του τί συνέβη μετά. Αυτό δηλαδή που συνέβη στην Ελλάδα μετά την απελευθέρωση, με τα Δεκεμβριανά το 1944, την τρομοκρατία της εποχής 44-47, και  κυρίως τον Εμφύλιο που ακολούθησε το 47-49, ήταν ο φακός μέσα από τον οποίο εξεταζόταν η περίοδος από την Κατοχή στην Απελευθέρωση.

Μετά την πτώση της δικτατορίας η ιδεολογική άποψη που ίσχυσε, ανακαλούσε ως ενωτικό στοιχείο του Ελληνικού λαού τις προσπάθειες της αντίστασης κατά των Ναζί. Η πολιτική αυτή στάση κατέληξε στην αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης το 1981 και στην καθιέρωση της εορτής της 25 Νοεμβρίου, επετείου ανατίναξης της Γέφυρας του Γοργοποτάμου από τον ΕΛΑΣ και τον ΕΔΕΣ. Η άποψη αυτή έδινε έμφαση στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αλλά στερούσε από την Αντίσταση την επαναστατική και πολιτική της διάσταση.

Από την δεκαετία του 1990 άρχισε μια συστηματική έρευνα με βάση αρχειακές μαρτυρίες, που επικεντρώθηκε από τη μια μεριά στις αρνητικές συνέπειες της ανάμειξης της Αγγλίας και των ΗΠΑ στην ελληνική πολιτική για τη σταθεροποίηση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, στη δεκαετία του 40 και στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά και στη μελέτη των κοινωνικών διαστάσεων της Κατοχής, φαινομένων δηλαδή όπως ο δοσιλογισμός και η Μαύρη Αγορά. Πέρα από τις ελληνικές ιδιαιτερότητες οι οποίες και φυσικά πρέπει να εκτιμηθούν, η Αντίσταση, η Συνεργασία με τον Κατακτητή, τα Αντίποινα, η απέλαση και ο αφανισμός των Ελλήνων Εβραίων είναι φαινόμενα των οποίων η μελέτη πρέπει να γίνει μέσα από μια διεθνή προοπτική. Η διάδοση του πολέμου στην Ευρώπη, στην Αφρική, την Ασία ήταν ενα μοναδικό αλλά και ενωτικό φαινόμενο. Ο πόλεμος ήταν ενα δομικό γεγονός που επαναπροσδιόρισε με βίαιο τρόπο τις συλλογικότητες, τις κοινωνικές σχέσεις, τους θεσμούς, τις ιδέες και τις πρακτικές**.

Στην ελληνική κοινωνία της Κατοχής διευρύνονται τα κοινωνικά ρήγματα που είχαν ήδη εμφανιστεί από πριν. Οι Γερμανοί, με τη μέθοδο που εφάρμοσαν και σε άλλες χώρες, και στη Ελλάδα προσεταιρίστηκαν τα στοιχεία εκείνα που ήταν κοντά στην φασιστική τους ιδεολογία και όπως το έκαναν και αλλού, ενέτειναν τον διχασμό της κοινωνίας. Ο Τσολάκογλου, οι συνεργάτες των Γερμανών, οι μαυραγορίτες, τα τάγματα ασφαλείας είναι πραγματικότητες που δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Οπως ήταν φυσικό και όπως έγινε και παντού, η αντίσταση κατά των Γερμανών πήρε και τη μορφή αντίστασης κατά των συνεργατών τους. Μετά την απελευθέρωση πολλά από τα στοιχεία αυτά παρέμειναν ατιμώρητα, πράγμα το οποίο ενέτεινε το καθεστώς της ακυβερνησίας και οδήγησε την ελληνική κοινωνία σε ακόμη μεγαλύτερη πόλωση.

Αν συνοψίζαμε τα κείμενα που σχολιάζουν τις φωτογραφίες, το μήνυμα, που μεταφέρει στο ταξίδι της η Έκθεση, μπορεί να διατυπωθεί επιγραμματικά ως εξής :

            α) Τακτικός πόλεμος 220 ημερών με 14000 νεκρούς στρατιώτες, πόλεμος ο οποίος καθυστέρησε τους Γερμανούς στο Ανατολικό Μέτωπο, και απέδειξε εκείνη τη στιγμή ότι η αντίσταση στις δυνάμεις του Αξονα ήταν δυνατή.

β) Με τεράστιες ανθρώπινες απώλειες, το 10 °/° του ελληνικού πληθυσμου, πάνω από 750 000 θύματα και τον αφανισμό των Ελλήνων Εβραίων, η Ελλάδα είναι συγκριτικά η χώρα με τις μεγαλύτερες δημογραφικές απώλειες στην Ευρώπη.

γ) Οι ναζιστικές βιαιότητες, ως αντίποινα κατά της αντίστασης του Ελληνικού λαού, είναι τελικά τα σημαντικότερα τεκμήρια για την έναρξη της Αντίστασης αμέσως μετά την συνθηκολόγηση και για την καθολικότητα του φαινομένου σε όλη την ελληνική επικράτεια.

 

Με την ανάδειξη των βασικών χαρακτηριστικών της περιόδου από την Κατοχή στην Απελευθέρωση και την κυκλοφορία των φωτογραφιών αυτών ανά τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η Έκθεση συμβάλλει στην αναγνώριση της Ελληνικής Αντίστασης στο πλαίσιο της Διεθνούς Αντίστασης, διευκολύνει δηλαδή την ανάλυση του φαινομένου από διεθνή οπτική.

Έχει επιπλέον το προτέρημα να παρουσιάζει την εποχή της Κατοχής και την Αντίσταση μέσα από σύγχρονες των γεγονότων μαρτυρίες, μαρτυρίες που δεν έχουν εμποτιστεί από το υστερόχρονο, δεν ενέχονται ερμηνειών εκ των υστέρων.

Πάνω από όλα όμως, η Έκθεση που αναδεικνύει τον ιδιαίτερο ρόλο τη φωτογραφίας ως μαρτυρίας για την εποχή εκείνη, είναι αντίδοτο κατά της λήθης, της άγνοιας, της αμνησίας. Τεκμηριώνει το μαρτύριο ενός λαού, υπερβαίνει όμως τη μνεία της θηριωδίας του πολέμου και ανακαλεί το θαύμα της επιβίωσης*.

 

*Susan Sontag, Devant la douleur des autres, Christian Bourgois, Paris 2003.

**Polymeris Voglis and Ioannis Nioutsikos, « The Greek Historiography of the 1940’s. A Reassessment », Südosteuropa 65 (2017), n° 2, pp. 316-333.

Νίκη Παπαηλιάκη

Ιστορικός

Γενική Γραμματέας Ελληνικής Κοινότητας Παρισιού και Περιχώρων


Νίκη Παπαηλιάκη

 

 

 

Visages de la Guerre / Le Visage de la Guerre
 

L’Exposition Visages de la guerre, que nous inaugurons aujourd’hui, est organisée par le Secrétariat Général à l’Information et la Communication du Ministère de la Politique Numérique, des Télécommunications et de l’Ιnformation. Ce service dispose d’archives de journaux imprimés depuis 1902 à partir desquelles il a récemment organisé l’Exposition  La fin justifie les moyens. Propagande et information pendant l’Occupation . Il dispose aussi d’archives photographiques à partir desquelles est organisée l’Exposition Visages de la guerre. Le commissaire de l’Exposition est Mr Stelios Kimionis.

Les photographies choisies parmi ces archives sont organisées en cinq unités : La Guerre, la Grèce pendant l’Occupation, la Résistance, les conséquences de la Guerre, la Libération. Les photographies s’accompagnent de riches commentaires. Les légendes peuvent se lire comme une narration historique, apportant à l’Exposition une dimension de témoignage complet, qui dépasse le témoignage de chaque photographie. 

Pour commencer attardons nous sur le titre : Visages de la Guerre. Comme vous avez pu le voir, la majorité des photos représentent des gens simples, inconnus, marqués par la guerre : soldats, enfants, femmes, hommes conduits au peloton d’exécution. La photo fixe sur les visages la peine, la résistance, les combats, toute la richesse émotionnelle qui constitue l’héritage que les grecs ont reçu de cette époque. La photo ne s’adresse pas uniquement au rationnel. Elle parle une langue internationale, qui est la langue du cœur, des sentiments, de la douleur, qui s’exprime partout avec les mêmes expressions et les mêmes mouvements*. Elle parle à l’âme, elle est donc le meilleur moyen de révéler le vrai Visage de la Guerre. Ainsi cette Exposition intitulée Visages de la Guerre pourrait être Le visage de la Guerre.

Pour pouvoir apprécier l’Exposition nous devons quitter notre époque de l’addiction, de  l’indifférence même face aux images les plus terribles, et retourner en arrière en 1940. De plus, nous devons avoir conscience que bien que la photo puisse constituer un témoignage historique, elle reste subjective. Le photographe pour prendre une photo doit cadrer, mais cadrer signifie choisir, donc exclure. Ainsi nous arrivons à la question cruciale qui est derrière l’objectif ? qui sont ces photographes ?

La photographie pendant la Seconde Guerre mondiale s’est révélée comme étant l’un des meilleurs moyens de dénonciation de la guerre, et s’est transformée en une véritable arme contre la propagande allemande. Les photographes allemands de la Propaganda Kompanien formés à l’école de Postdam s’activaient sur tous les fronts, avec comme arme le Leika et quatre ou cinq objectifs. Très tôt, avant même que les services anglais s’organisent, les magazines allemands avaient inondé le monde de leurs photos. La censure allemande n’autorisait que les photos qui témoignaient du bon moral des soldats allemands et de la suprématie du peuple allemand sur les peuples conquis. En revanche, malgré ces limites, les photographes allemands vont se livrer à une compétition sans merci et dépasseront les objectifs qui leur étaient assignés c’est à dire cacher l’horreur de la guerre, en réalisant des reportages photographiques traumatisants. 

Durant la même période, pour les photographes et les reporters de guerre qui voulaient dénoncer la guerre, leur appareil photo était leur unique arme et leur unique bouclier contre les atrocités de la guerre. Une des premières photographes d’Auschwitz décrira son appareil photo comme une frêle barrière entre elle et l’horreur*. Time Page dira «  l’appareil photo était un filtre contre la folie de la guerre et le seul moyen d’en faire son portrait ».

Certaines des photos que nous voyons ici nous les devons à ces officiers allemands. Or, le témoignage de la suprématie allemande et l’occultation des horreurs de la guerre étaient deux objectifs contradictoires. Notamment pour la première année de la guerre nous avons un ensemble de photographies témoignant de cette suprématie allemande, c’est à dire de la barbarie nazie. ( C’est dans ce contexte que se placent les photographies de l’exécution des hommes du village de Kontomari le 2 juin 1941 faites par le photographe allemand qui accompagne le détachement militaire allemand qui entre dans le village. Il s’agit de la première exécution de civils dans toute l’Europe. C’est pour cela certainement que nous avons un reportage très analytique. Par la suite ces photographes allemands deviendront plus prudents).

Au delà de ces considérations, le simple soldat allemand est un photographe amateur très prolifique. La majorité d’entre eux possèdent des appareils photos, avec lesquels ils photographient tout et tout le temps. (regardez ici les photos des allemands sur la Tour Blanche de Thessalonique. Dans une photographie récemment découverte, d’un photographe allemand qui réalise le reportage sur  l'Holocauste de Kantanos le 3 juin 1941, nous voyons les soldats présents photographier l'incendie de maisons). Ce qui signifie qu’il existe encore quelque part de nombreuses photos non publiées, témoignages des crimes nazis en Grèce. 

En face de la photographie allemande ; la photographie de la Résistance, comme très justement le souligne ici la légende «  l’album noir de l’Occupation » : « Malgré l’interdiction de photographier, lorsque la famine s’est abattue sur la capitale, la photographe grecque Voula Papaïonnou est allée dans les hôpitaux et elle a saisi à travers son objectif les formes choquantes des enfants squelettiques et des adultes affamés. De ces photos, Voula Papaïannou a composé à la main un album sans commentaires, connu comme Album noir, afin de faire connaître à l’opinion publique internationale le crime commis pendant l’hiver 41-42 à Athènes ».

L’Exposition présente donc des photos des deux cotés et est une proposition intéressante pour l’utilisation de la photographie dans l’analyse globale du phénomène de la guerre.

Nous nous sommes cependant dit qu’avec le récit historique que nous pouvons reconstruire à partir des légendes, l’Exposition est un document historique, porteur de message. Dans la mesure où elle a été organisée par un organisme d’Etat, elle fait partie intégrante de l’histoire publique, elle effleure la politique et reflète l’évolution de la recherche historique grecque concernant la période allant de l’Occupation à la Libération, c’est à dire une période qui mêle l’historiographie grecque, la politique grecque et la mémoire blessée grecque.

Jusqu’en 1974, la plupart des études historiques grecques dont nous disposons n’ont pas été rédigées par des historiens mais par des hommes qui avaient vécu la guerre, basées sur l’expérience et la mémoire. L’analyse de la Résistance et de l’Occupation a été déterminée par la connaissance de ce qui s’est passé par la suite. Ce qui s’est passé en Grèce après la Libération, en décembre 1944, le terrorisme de la période 44-47, et surtout la Guerre Civile qui a suivi entre 47 et 49, ont constitué la lorgnette à travers laquelle la période de l’Occupation à la Libération a été étudiée.

Après la chute de la dictature, la pensée politique qui a prévalu, reprenait les actes de la résistance contre les nazis pour fédérer le peuple grec. Cette attitude a abouti à la reconnaissance de la Résistance Nationale en 1981 et à l’instauration, de la commémoration de la Resistance, le 25 novembre, anniversaire du dynamitage du Pont du Gorgopotamos par l’ELAS et l’EDES. Ce point de vue soulignait le patriotisme des Grecs, mais privait la Résistance de sa dimension révolutionnaire et politique.

 

Dans les années 1990, la recherche systématique basée sur les témoiganges d’archives a commencé, se concentrant d’un côté sur les conséquences négatives de l’ingérence de l’Angleterre et des Etats-Unis dans la vie politique grecque pour la stabilisation de leurs intérêts géopolitiques en Méditerannée orientale dans les années 40 et durant la période de la Guerre froide et de l’autre sur l’étude des dimensions sociales de l’Occupation, sur l’étude des phénomènes comme la collaboration et le marché noir.

Au delà des particularités grecques que nous nous devons de souligner, la Résistance, la collaboration, les représailles, la déportation des juifs grecs sont des sujets qui doivent être étudiés à travers une perspective internationale. L’expansion de la guerre à travers l’Europe l’Afrique et l’Asie était un phénomène unique mais en même temps unificateur. La guerre était un événement structurel qui a redéfini les collectivités, les relations sociales, les institutions, les idées et les pratiques**.

Dans la société grecque de l’Occupation, la rupture sociale préexistante s’amplifie. Les Allemands avec la méthode appliquée aussi ailleurs, se sont appropriés les hommes proches de leur idéologie fasciste et ont entériné la dichotomie de la société. Tsolakoglou, les collaborateurs, le marché noir, les milices, sont des réalités que nous ne pouvons nier. Comme il était naturel et comme c’est le cas aussi ailleurs, la résistance contre les allemands est aussi devenue la résistance contre leurs collaborateurs. Après la Libération, la plupart des collaborateurs sont restés impunis, chose qui a intensifié l’état de chaos et a contribué à l’extrême polarisation de la société civile.

Si nous voulions résumer les textes qui accompagnent les photos de l’Exposition, le message dont elle est porteur peut être décrit comme suit :

·       220 jours de Guerre avec 14 000 soldats tués, guerre qui a retardé les allemands dans leur avancée sur le front de l’Est et qui a montré que la résistance aux armées de l’Axe était possible.

·       Des pertes humaines terribles, 10 % de la population grecque soit 750 000 victimes et la déportation des juifs grecs mettent la Grèce en tête des pays européens avec les plus grandes pertes démographiques.

·       Les violences nazies en représailles de la résistance grecque sont finalement la meilleure preuve du caractère général de la Résistance.

Avec la mise en lumière des caractéristiques principales d’un phénomène qui est apparu dans tous les pays occupés et la circulation des photos à travers l’Europe, l’Exposition que nous inaugurons aujourd’hui contribue à la reconnaissance de la Résistance grecque au sein de la Résistance internationale. En dehors de ceci, l’exposition que nous inaugurons aujourd’hui a la qualité de présenter l’époque de l’Occupation et la Résistance à travers des témoignages contemporains aux événements, qui ne sont pas imprégnés par ce qui est arrivé par la suite.

Mais l’Exposition qui met en valeur le rôle spécifique de la photographie en tant que témoignage historique, est surtout un remède contre l’oubli, l’ignorance, l’amnésie. Elle témoigne du martyr d’un peuple, mais elle est plus qu’un simple rappel de la mort, de l’échec, elle invoque le miracle de la survie*.

Bibliographie

Susan Sontag, Devant la douleur des autres, Christian Bourgois, Paris 2003.

Polymeris Voglis and Ioannis Nioutsikos, « The Greek Historiography of the 1940’s. A Reassessment », Südosteuropa 65 (2017), n° 2, pp. 316-333.

 Niki Papaïliaki

Historienne

Secrétaire  Générale de la Communauté Hellénique de Paris
 

 
Νίκη Παπαηλιάκη

 

 

 

 

Buffet préparé par "Evi Evane"

 


 

 

                                                                                                                                                    

 

 

Page d'accueil